Το ακριβό τίμημα της Συμφωνίας των Πρεσπών: Οι επερχόμενες επιπτώσεις για την Ελλάδα


Το τελευταίο τείχος για την προστασία της Μακεδονίας έπεσε. Το ελληνικό κοινοβούλιο υπερψήφισε την Συμφωνία των Πρεσπών. Τώρα ξεκινάει μία νέα εποχή μέσα στην οποία πρέπει να αναλογιστούμε και να υπολογίσουμε τους κινδύνους και τις αρνητικές επιπτώσεις που θα φέρει η νέα κατάσταση.
Από την στιγμή που η Συμφωνία των Πρεσπών εγκρίθηκε με απόλυτη πλειοψηφία από το ελληνικό Κοινοβούλιο ολοκληρώνεται και το τελευταίο στάδιο της χρονικής αλληλουχίας που περιγράφεται στο κείμενό της, ενώ παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα η υπογραφή και έγκριση του πρωτοκόλλου προσχώρησης στο ΝΑΤΟ. Με τη δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ., η Συμφωνία παράγει εντός της ελληνικής επικράτειας όλα τα αποτελέσματα που προβλέπονται στις διατάξεις της και φυσικά δεσμεύει τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας. Παράλληλα, μόλις η Συμφωνία τεθεί σε ισχύ, προβλέπεται (Άρθρο 20§§6 & 10) ότι θα ενημερωθεί σχετικά ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ με επιμέλεια οποιουδήποτε εκ των δύο μερών της Συμφωνίας και η τελευταία θα πρωτοκολληθεί στη Γραμματεία του ΟΗΕ. Η δε θέση της Συμφωνίας των Πρεσπών σε ισχύ τερματίζει αυτόματα και την Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία σταματά να παράγει έννομα αποτελέσματα. Πλέον, η Συμφωνία θα αναπτύσσει τη νομική δεσμευτικότητά της σε διεθνές επίπεδο, καθιστώντας την Ελλάδα δέσμια των υποχρεώσεων που αυτή επάγεται και –δυνητικά– υπόλογη σε περίπτωση παραβίασή τους.
Ένα κράτος μπορεί να μην συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει σε διεθνές επίπεδο σε βάθος χρόνου, αποδεχόμενο τις συνέπειες αυτής της επιλογής. Εννοείται, ότι το κόστος μιας ενδεχόμενης μη συμμόρφωσης δεν είναι το ίδιο για όλα τα κράτη, είτε αυτό υπολογίζεται με βάση την ισχύ του είτε την παράδοση και προσήλωσή του στη διεθνή νομιμότητα. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη αποφεύγουν να παραβιάζουν τις συμφωνίες που συνομολογούν μεταξύ τους και προτιμούν να προσχωρούν στη διεθνή νομιμότητα, ενώ όσες φορές επιχειρήσουν να παρεκκλίνουν, χρησιμοποιούν δημιουργικές νομικές ερμηνείες για να περιορίσουν το κόστος της απόφασής τους ή κατασκευάζουν βολικές πραγματικότητες που οδηγούν σε τετελεσμένα γεγονότα, τα οποία συνήθως δεν ανατρέπονται. Με αυτόν τον τελευταίο τρόπο, τα αναθεωρητικά κράτη επιδιώκουν να προσαρμόσουν τους κανόνες και τις υποχρεώσεις τους στην εκτός πλαισίου νομιμότητας πραγματικότητα που κατασκευάζουν (π.χ. η Τουρκία, τα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη και οι ειρηνευτικές διαδικασίες).
Οι διεθνείς συμφωνίες που τα κράτη συνομολογούν, ρυθμίζονται νομικά από τη Διεθνή Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969). Με άλλα λόγια, οι νόμιμες ενέργειες που θα μπορούσαν να αναληφθούν σε περίπτωση κυβερνητικής αλλαγής για την ανατροπή της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι συγκεκριμένες και αποτελούν την επιτρεπτή εξαίρεση στον θεμελιώδη κανόνα pacta sunt servanda, που σημαίνει ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν τρεις τρόποι για τον μονομερή τερματισμό μιας διεθνούς συμφωνίας: α) η ακύρωση, β) η καταγγελία και γ) η λήξη/αναστολή εξαιτίας ουσιώδους παραβίασης μιας συνθήκης
Αρχικά, η επίκληση της ακυρότητας εδράζεται σε λόγους που ερμηνεύονται συσταλτικά από το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης στη Χάγη, το οποίο είναι το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο σύμφωνα με το Άρθρο 19§3 της Συμφωνίας των Πρεσπών για να επιλύσει οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από την ερμηνεία και εφαρμογή της. Οι λόγοι ακυρότητας περιλαμβάνουν την πλάνη, την απάτη, τη δωροδοκία, την άσκηση βίας (ακόμη και ψυχολογικής) σε βάρος αντιπροσώπου του κράτους, την απειλή χρήσης ένοπλης βίας ή τη χρήση ένοπλης βίας σε βάρος κράτους, και την αντίθεση σε κανόνα επιτακτικού/αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Ωστόσο, κανείς από τους παραπάνω λόγους δεν υφίσταται, ώστε να αναδειχθεί κάποιο ελάττωμα στη βούληση της Ελλάδας να δεσμευθεί από τη Συνθήκη των Πρεσπών. Πολύ δε περισσότερο, οι αιτιάσεις για χρηματισμό βουλευτών σε Σκόπια και Αθήνα ή για πιέσεις από σκοτεινά ξένα κέντρα εξουσίας, ώστε να υπογραφεί η Συμφωνία των Πρεσπών, δεν μπορούν να θεμελιώσουν απολύτως καμία στέρεη, ούτε καν σοβαροφανή, νομική βάση για την ακύρωση της Συμφωνίας.
Περαιτέρω, υπάρχει η δυνατότητα της καταγγελίας μιας διεθνούς συμφωνίας, ώστε το ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος να αποδεσμευθεί από αυτήν. Ωστόσο, η Ελλάδα δεν μπορεί να καταγγείλει τη Συμφωνία των Πρεσπών, γιατί στο Άρθρο 20§9 προβλέπεται ότι «οι διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα και είναι αμετάκλητες». Τα δύο κράτη επιδίωξαν να δεσμευθούν, αποποιούμενα τη δυνατότητα καταγγελίας, ενώ πλέον για να συμβεί το τελευταίο, θα πρέπει το ενδιαφερόμενο κράτος, σύμφωνα με το Άρθρο 56§1 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι υπάρχει δικαίωμα καταγγελίας που προκύπτει από τη φύση της Συμφωνίας. Πρόκειται για ένα εγχείρημα ιδιαίτερα σύνθετο και φυσικά πολύ δύσκολα θα μπορούσε να τελεσφορήσει.
Τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών υπάρχει η περίπτωση της λήξης ή αναστολής μιας διεθνούς συνθήκης εξαιτίας ουσιώδους παραβίασής της. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επενδύεται διαρκώς διπλωματικό κεφάλαιο στην παρακολούθηση της συμπεριφοράς του άλλου κράτους, ώστε να εντοπίζονται οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσής του, οι οποίες όμως θα πρέπει να είναι ουσιώδεις για να εφαρμοστεί το παραπάνω Άρθρο. Πρακτικά, αυτό συνεπάγεται ότι η ουσιώδης παραβίαση αφορά σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που είναι τόσο σοβαρές ώστε έχουν επίπτωση στη συμμόρφωση με το σύνολο της Συμφωνίας.
Από τα προεκτεθέντα γίνεται κατανοητό πως από τη στιγμή που η Ελλάδα δεσμεύεται με τη Συμφωνία των Πρεσπών, οι δυνατότητες για την ανατροπή της είναι πάρα πολύ περιορισμένες. Φυσικά, αυτό δεν προδικάζει την εξέλιξη των πραγμάτων, αφού αργότερα, θα μπορούσαν οι κυβερνήσεις των δύο κρατών –προφανώς, διαφορετικές από τις σημερινές– να συμφωνήσουν τον τερματισμό της Συμφωνίας ή να διαπραγματευθούν μια νέα. Βέβαια, στην τελευταία περίπτωση η Ελλάδα θα έχει ήδη απωλέσει τα διαπραγματευτικά χαρτιά του ΝΑΤΟ και της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, και συνεπώς θα ήταν απίθανη η σύναψη μιας καλύτερης συμφωνίας, εκτός αν οι εξελίξεις είχαν αποδυναμώσει περαιτέρω το γειτονικό μας κράτος. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει τουλάχιστον να απαντήσει στη ρηματική διακοίνωση με τις συνταγματικές τροποποιήσεις που έλαβε, γνωστοποιώντας ότι δεν αναγνωρίζει «μακεδονικό λαό». Όλα αυτά, βέβαια, εφόσον επιθυμεί να περισώσει κάτι, και εφόσον αντιλαμβάνεται το εθνικό συμφέρον με όρους συνέχειας στον χρόνο, και όχι ως πολιτικό παίγνιο.
Του Μιλτιάδη Σαρηγιαννίδη, Επίκουρου Καθηγητή Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου
Από το Blogger.